Ελληνικό Ίδρυμα Ρευματολογίας

Ιστοσελίδα:
http://www.elire.gr

Ηλεκτρονικό Ταχυδρομείο:
info@elire.gr
«Επιστροφή
» Τι είναι οι ρευματικές παθήσεις, τα "αρθριτικά" ή τα "ρευματικά";

Μέσα από την καθημερινή κλινική πράξη των γιατρών Ρευματολόγων, δηλ. των γιατρών που έχουν ειδικευτεί στις μη τραυμαικές και μη χειρουρικές παθήσεις του μυοσκελετικού συστήματος και στις παθήσεις του συνδετικού ιστού, που έχουν με άλλα λόγια ειδικευτεί στις ρευματικές παθήσεις και έχουν αποκτήσει θεωρητικές και πρακτικές γνώσεις καθώς και επαγγελματική επάρκεια και ικανότητα για τη διάγνωση, την πρόληψη και τη θεραπευτική αντιμετώπιση των ρευματικών παθήσεων, έχει αναδειχθεί η  αντίληψη ότι η έννοια των ρευματικών παθήσεων δεν είναι γνωστή στον περισσότερο κόσμο ούτε είναι διαδεδομένη στο βαθμό που θα έπρεπε προκειμένου να συμβάλλει αποτελεσματικά στην έγκαιρη διάγνωση και στη σωστή θεραπευτική αντιμετώπιση αυτών των παθήσεων.

Η ορθότητα της παραπάνω αντίληψης καθώς και πολλά άλλα θέματα ερευνήθηκαν σε  δύο πανελλήνιες επιδημιολογικές έρευνες, που πραγματοποιήθηκαν από το Ελληνικό Ίδρυμα Ρευματολογίας στο γενικό πληθυσμό ενηλίκων (άτομα ηλικίας 19 ετών και πάνω) σε αστικές, ημιαστικές και αγροτικές περιοχές στη Βόρεια, Κεντρική και Νότια Ελλάδα. Στη δεύτερη έρευνα βρέθηκε ότι το 87% του γενικού πληθυσμού δεν γνωρίζει τι είναι οι ρευματικές παθήσεις, ούτε γνωρίζει ότι θα πρέπει να απευθυνθεί σε ρευματολόγο όταν παρουσιάσει πόνο σε μια ή περισσότερες αρθρώσεις, σε τένοντες, στη μέση ή στον αυχένα. Η  κατάσταση αυτή αντανακλάται στο γεγονός, όπως βρέθηκε και στις δύο έρευνες, ότι οι περισσότεροι ασθενείς με ρευματικές παθήσεις καθυστερούν πολύ να επισκεφθούν τους ειδικούς γιατρούς, δηλ. τους ρευματολόγους. Το γεγονός αυτό, όπως έδειξε η πρώτη έρευνα, έχει ως συνέπεια τη μη ορθή διάγνωση και τη μη εφαρμογή σωστής θεραπείας και έτσι την πρόκληση σε πολλές περιπτώσεις παραμορφώσεων και γενικά μη αναστρέψιμων βλαβών στις αρθρώσεις ή και σε άλλα όργανα με τελικό αποτέλεσμα κινητικές ή άλλες λειτουργικές διαταραχές, ανικανότητα ή και αναπηρία. Πιο συγκεκριμένα, στην πρώτη έρευνα βρέθηκε ότι μόνο το 13% των ασθενών με οροαρνητικές σπονδυλαρθρίτιδες και το 19% των ασθενών με ρευματοειδή αρθρίτιδα επισκέπτονται ρευματολόγους όταν εμφανίζεται η νόσος τους, ενώ στη δεύτερη έρευνα διαπιστώθηκε ότι μόνο το 5% των ατόμων με πόνο στο γόνατο ή στον ώμο, το 3% με πόνο στη μέση, το 8% με πόνο στον αυχένα και το 23% με πόνο σε δύο ή περισσότερες  αρθρώσεις  απευθύνονται σε  ρευματολόγο.

Εξάλλου, πολύ συχνά ο περισσότερος κόσμος, όταν αναφέρεται στις ρευματικές παθήσεις, χρησιμοποιεί τους όρους “αρθριτικά” ή “ρευματικά”. Οι όροι αυτοί είναι λανθασμένοι γιατί στερούνται περιεχομένου και δημιουργούν πολλές φορές σύγχυση, δίνοντας μάλιστα την εσφαλμένη εντύπωση ότι πρόκειται για δύο μόνο παθήσεις, ενώ στην πραγματικότητα οι ρευματικές παθήσεις είναι πολλές, περίπου 200. Επομένως, σε κάθε ασθενή θα πρέπει να γίνεται η διάγνωση της συγκεκριμένης ρευματικής πάθησης από την οποία πάσχει διότι η θεραπευτική αντιμετώπιση ποικίλλει όχι μόνο από πάθηση σε πάθηση, αλλά και από στάδιο σε στάδιο της ίδιας πάθησης. Είναι μάλιστα εξαιρετικά ενδιαφέρον, όπως βρέθηκε στην πρώτη από τις δύο πανελλήνιες έρευνες του Ελληνικού Ιδρύματος Ρευματολογίας, ότι η  έγκαιρη διάγνωση και η πρώιμη και ορθή θεραπευτική παρέμβαση αποτελούν τις δύο βασικές προϋποθέσεις για την αποτελεσματική αντιμετώπιση των ρευματικών παθήσεων και τη δραστική μείωση των δυσμενών επιπτώσεών τους στους αρρώστους και στο κοινωνικό σύνολο.

Ρευματικές παθήσεις, λοιπόν, είναι οι μη τραυματικές και μη χειρουργικές παθήσεις του μυοσκελετικού συστήματος (Εικόνα 2) και οι παθήσεις του συνδετικού ιστού. Είναι δηλ. οι παθήσεις των αρθρώσεων (Εικόνες 3-4), των τενόντων, των συνδέσμων, των ορογόνων θυλάκων, των μυών, των οστών και της σπονδυλικής στήλης (Εικόνες 5-6). Ορισμένες όμως ρευματικές παθήσεις, όπως π.χ. οι λεγόμενες αυτοάνοσες ρευματικές παθήσεις, δεν περιορίζονται μόνο στο μυοσκελετικό σύστημα, αλλά προσβάλλουν και διάφορα άλλα όργανα ή συστήματα του ανθρώπινου οργανισμού, όπως π.χ. τους νεφρούς, το δέρμα, τα μάτια, τους πνεύμονες, την καρδιά, τις αρτηρίες, τις φλέβες, το ήπαρ, τον εγκέφαλο κ.λπ.



Το μυοσκελετικό σύστημα (Εικόνα 2) περικλείει, στηρίζει και προστατεύει τα ζωτικά όργανα και συστήματα του ανθρώπινου οργανισμού (π.χ. εγκέφαλος, καρδιά, πνεύμονες, νεφροί, ήπαρ κ.λπ.), εξασφαλίζοντάς του ταυτόχρονα και ένα από τα σημαντικότερα αγαθά της ζωής: την κίνηση.

Το μυοσκελετικό σύστημα αποτελείται από 206 οστά, που συνδέονται μεταξύ τους με τις αρθρώσεις και με περισσότερους από 600 μυς, σχηματίζοντας τον αξονικό σκελετό ή σκελετό του κορμού και τον περιφερικό σκελετό ή σκελετό των άνω και κάτω άκρων. Ο αξονικός σκελετός αποτελείται από 80 οστά και περιλαμβάνει το οστά του κρανίου, του προσώπου, της σπονδυλικής στήλης, του στέρνου και των πλευρών. Ο περιφερικός σκελετός αποτελείται από 126 οστά και περιλαμβάνει τα οστά της ωμικής ζώνης, της πυέλου και τα οστά των άνω και κάτω άκρων. Οι μύες διατάσσονται σε στρώματα και καταλήγουν στους τένοντες με τους οποίους προσφύονται, δηλ. προσκολλώνται, πάνω στα οστά. Με τη σύσπαση και τη χαλάρωση των μυών εκτελούνται μέσω των αρθρώσεων οι κινήσεις του μυοσκελετικού συστήματος.



Οι αρθρώσεις αποτελούν τις λειτουργικές μονάδες του μυοσκελετικού συστήματος. Μια σχηματική παράσταση μιας άρθρωσης και των περιαρθρικών μορίων φαίνεται στην Εικόνα 3. Τα δύο οστά που φτιάχνουν την άρθρωση καλύπτονται στις άκρες τους από μια “φλάντζα”, δηλ. τον αρθρικό χόνδρο. Η “φλάντζα” αυτή συμβάλλει τόσο στην απορρόφηση των μηχανικών δυνάμεων π.χ. στις  φέρουσες το βάρος του σώματος αρθρώσεις όσο και στην προστασία των οστών από την τριβή και τη φθορά κατά τη διάρκεια της λειτουργίας των αρθρώσεων, δηλ. κατά τη διάρκεια των κινήσεων. Τα οστά συνδέονται μεταξύ τους με τον αρθρικό θύλακο και τους συνδέσμουςκαι έτσι δημιουργείται η άρθρωση που περικλείει την αρθρική κοιλότητα. Ο αρθρικός θύλακος επαλείφεται στην εσωτερική του  επιφάνεια από τον αρθρικό υμένα. (Στον αρθρικό υμένα λαμβάνουν χώρα οι παθογενετικοί μηχανισμοί και τα φλεγμονώδη φαινόμενα πολλών ρευματικών παθήσεων). Μέσα στην κοιλότητα αυτή υπάρχει μικρή ποσότητα αρθρικού υγρού που χρησιμεύει για τη “λίπανση” και την προστασία της άρθρωσης από την τριβή. Γύρω από την άρθρωση υπάρχουν διάφορα μαλακά μόρια με κύρια αποστολή την ενίσχυση της άρθρωσης και την εξασφάλιση της βασικής της λειτουργίας, που είναι η κίνηση. Τέτοια μόρια είναι (Εικόνα 3):

  • Οι μύες, που καταλήγουν στους τένοντες με τους οποίους προσφύονται, δηλ. προσκολλώνται, πάνω στα οστά σχηματίζοντας τις λεγόμενες ενθέσεις. Με τη σύσπαση και χαλάρωση των μυών γίνεται η κίνηση των αρθρώσεων.
  • Τα τενόντια έλυτρα, που είναι σωληνωτές θήκες οι οποίες περιβάλλουν τους τένοντες.
  • Οι ορογόνοι θύλακοι, δηλ. μικρές κύστεις που περιέχουν ελάχιστη ποσότητα υγρού και έχουν ως κύρια αποστολή τη μείωση της μηχανικής τριβής κατά τη σύσπαση των μυών και την κίνηση των αρθρώσεων.
  • Οι σύνδεσμοι (Εικόνα 4), που στηρίζουν τις αρθρώσεις.


Εικόνα 4.
Σύνδεσμοι της άρθρωσης του αγκώνα. Οι σύνδεσμοι μιας άρθρωσης ενισχύουν τη σύνδεση των οστών που φτιάχνουν την άρθρωση, συμβάλλοντας έτσι στη διασφάλιση της κινητικής της λειτουργίας.



Η σπονδυλική στήλη αποτελείται από 24 σπονδύλους, το ιερό οστό και τον κόκκυγα και σχηματίζοντας τον κεντρικό άξονα του σκελετού διακρίνεται σε 4 μοίρες: την αυχενική, τη θωρακική, την οσφυϊκή και την ιερή (Εικόνα 5). Κάθε σπόνδυλος αρθρώνεται με τον αμέσως ανώτερο και τον κατώτερό του μέσω των μεσοσπονδυλίων δίσκων και των αρθρώσεων μεταξύ ορισμένων αποφύσεων των σπονδύλων, ενώ ένα ισχυρό συγκρότημα συνδέσμων συγκρατεί τους σπονδύλους μεταξύ τους και συμβάλλει στη διατήρηση της σταθερότητας και της λειτουργικότητας της σπονδυλικής στήλης (Εικόνα 6).Οι αρθρώσεις μεταξύ των σπονδύλων επιτρέπουν τις κινήσεις της σπονδυλικής στήλης προς τα εμπρός, προς τα πίσω και προς τα πλάγια, καθώς και τις στροφικές κινήσεις. Η σπονδυλική στήλη αρθρώνεται σε ενιαίο λειτουργικό σύνολο με την κεφαλή, τις πλευρές και τα λαγόνια οστά. Μεταξύ του ιερού οστού και των λαγόνιων οστών σχηματίζονται οι ιερολαγόνιες αρθρώσεις, που αποτελούν χαρακτηριστική εντόπιση των οροαρνητικών σπονδυλαρθριτίδων.


Οι ρευματικές παθήσεις διακρίνονται σε:

  • Οξείες 
  • Υποτροπιάζουσες 
  • Χρόνιες

Οξείες ρευματικές παθήσεις είναι εκείνες που υποχωρούν με την κατάλληλη θεραπεία μέσα σε λίγες ημέρες ή εβδομάδες. Τέτοιες παθήσεις είναι για παράδειγμα ορισμένες παθήσεις εξωαρθρικού ρευματισμού, όπως οι τενοντοελυτρίτιδες, οι ενθεσοπάθειες, οι ορογονοθυλακίτιδες, το σύνδρομο του  καρπιαίου σωλήνα κ.λπ., η ουρική αρθρίτιδα, η ψευδοουρική αρθρίτιδα κ.ά.

Υποτροπιάζουσες ρευματικές παθήσεις είναι εκείνες που διαρκούν ένα χρονικό διάστημα, το οποίο μπορεί να κυμαίνεται από ημέρες μέχρι εβδομάδες ή μήνες, και υποχωρούν για να επανεμφανιστούν μετά από εβδομάδες, μήνες ή ακόμη και χρόνια. Τέτοιες παθήσεις είναι για παράδειγμα οι κρυσταλλογενείς αρθρίτιδες, η νόσος Αδαμαντιάδη-Behcet κ.ά.

Χρόνιες ρευματικές παθήσεις είναι εκείνες που  διαρκούν χρόνια ή δια βίου. Οι περισσότερες ρευματικές παθήσεις είναι χρόνιες, όπως για παράδειγμα, η οστεοαρθρίτιδα, οι αυτοάνοσες ρευματικές παθήσεις, οι οροαρνητικές σπονδυλαρθρίτιδες, οστεοπόρωση κ.ά.

Δρ Αλέξανδρος Ανδριανάκος
Ρευματολόγος
Α.Ε. Καθηγητής Ιατρικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών
Πρόεδρος Ελληνικού Ιδρύματος Ρευματολογίας

 

«Επιστροφή Κορυφή σελίδας